Σάββατο, 08 Μαρτίου 2008 03:31

Kαλαμο-ιστορίες

ΑΠΟΨΕΙΣ και ΣΧΟΛΙΑ από το τρίτο μάτι

 

Τον τελευταίο καιρό, δεν αισθάνομαι και τόσο σόι.

Τα βράδια έχω κάτι ανησυχίες, και κοιμάμαι πάρα πολύ δύσκολα.

Ένα θολό τοπίο περνάει από μπροστά μου, μαζί μ’ ένα γκρίζο σύννεφο, που χάνονται όλα μαζί, στο βάθος του ορίζοντα.

Κάθε βράδυ, τα ίδια και τα ίδια, να μην μπορώ να κλείσω μάτι, και να με παίρνουν τα χαράματα. Άντε μετά να σηκωθείς να πας για δουλειά. Με τίποτα.!!!

Μετά από πολλές διαβουλεύσεις με τον εαυτό μου, αποφασίζω τελικά κάποια μέρα, να πάω σ’ ένα φίλο μου γιατρό.

 - Γιατρέ μου, καλημέρα, το και το μου συμβαίνει .

 - Α!! μπά, δεν είναι τίποτα το σπουδαίο, θα σου περάσει. Για καλό και για κακό πάρε αυτά τα χάπια.

 - Μα…       

 - Αδύνατον δεν το συζητώ -μου είπε με ύφος αυστηρό - που δεν σηκώνει κουβέντα.    

Μόλις βγήκα έξω τα πέταξα, προσέχοντας να μη με δει κανείς, και γίνω ρεζίλη των σκυλιών. Την άλλη βδομάδα πάλι τα ίδια.

- Γιατρέ μου, το και το μου συμβαίνει.

Μου φαίνεται, ότι του άναψα την περιέργεια, γιατί μου λέει με ύφος περισπούδαστο, ότι πρέπει να τα πούμε λιγάκι.

- Είσαι σίγουρος πως θες να ακούσεις την περιπέτειά μου; του λέω.

- Είμαι όλος αυτιά.

πορεί να μην βγάλεις άκρη, με εμένα, αλλά η ευθύνη θα είναι όλη δική σου γιατρέ.

 Για να είμαι ειλικρινής, κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να έπαιρνα τα χάπια, παρά να υποστώ το μαρτύριο της δήθεν εξομολόγησης.  Τέλος πάντων, οπλίστηκα με θάρρος και δύναμη, και του λέω έτσι απλά και αυθόρμητα.

ιατρέ έχω κάθε βράδυ κάτι  εφιάλτες, - Παναγιά μου βόηθα- και βλέπω συνέχεια στον ύπνο μου ότι  έχασα το καλάμι μου και δεν μπορώ να το βρω, φοβάμαι ότι κάποιος μου το έκλεψε,- περιττό να σας πω, ότι μετά από τέτοιους εφιάλτες – παθαίνω την πλάκα της ζωής μου.

Μόλις το ξεστόμισα, μου κόπηκαν τα πόδια μου, και νόμιζα πως θα λιποθυμήσω επί τόπου. Συνήλθα όμως αμέσως, και  σαν μικρό παιδί μαζεύτηκα σε μια γωνιά του καναπέ, περιμένοντας την αντίδρασή του.

Αυτός με γουρλωμένα μάτια, μου λέει.

-Το καλάμι ε.., αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, για πάμε παρακάτω.                                    

Το καλοκαίρι είχα πάει στο χωριό μου, και έκατσα κανά μήνα για να ξεκουραστώ, και για να πάρω δυνάμεις, μπάς και μπορέσω να βγάλω το χειμώνα. Όπως κάνουν – δηλαδή- όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι.

Σηκωνόμουνα λοιπόν το πρωί μπονόρα – μπονόρα, και έκανα διάφορες δουλειές του σπιτιού,-ξέρεις τώρα- έφτιαχνα κάτι τοίχους, χορτάρια έκοβα, καθάρισμα, πότισμα, και με το σουρούπωμα, τσούπ, στο κρεβάτι.

Κατά το δεκαπενταύγουστο, άρχισα σιγά -σιγά να ξεθαρρεύω και έβγαινα καμιά βόλτα, μέχρι το καφενείο για καφέ.

Ένα απόγευμα,- θαρρώ πως ήτανε-, εκεί που καθόμουνα και απολάμβανα το καφεδάκι μου, βλέπω δίπλα μου, ένα ωραίο καλάμι.

Τι είναι τούτο ρε παιδιά,λέω στον διπλανό μου, που και αυτός απολάμβανε την μπυρίτσα του χαζεύοντας, πέρα προς τα δασιά πλατάνια

Α ! μην ανησυχείς , κάποιος έχει καβαλήσει το καλάμι, και το έχει πάντα μαζί του, τώρα είναι μέσ’ το καφενείο, μαζί με τους άλλους και παίζουνε δηλωτή.

 

  

Υπέροχα καλάμια, ιδανικά για όλες τις απαιτήσεις.

ειδικά και για φισερά

 

Μου φάνηκε λίγο περίεργη και προβληματική η απάντησή του, αλλά αμέσως συνήλθα, γιατί αυτός που μου την  έδωσε, είχε δίπλα του ένα ολόιδιο καλάμι. Κοιτάω αριστερά – δεξιά και βλέπω καμιά δεκαριά καλάμια, όλα στητά και όμορφα, και να καμαρώνουν, άλλα  σαν γύφτικα σκεπάρνια, και άλλα, σαν εκείνα τα μπλάρια, που έβλεπε κανείς στο μπχούστ’ (παζάρι) γεμάτα με στράς, και  κεντήματα, να κόβουν βόλτες πέρα, δώθε.

 

Εκείνο που ακόμη, δεν έχω καταλάβει, είναι γιατί τα καλάμια είχαν τόση μεγάλη περηφάνεια. Μήπως ήταν περήφανα για τα αφεντικά τους, -του στυλ δηλαδή- κοίτα να δεις εμένα πως με καβαλάει αυτός , και με πάει και στην ανηφόρα βούνγκα, η μήπως πιστεύουν πως παίζουν και αυτά κάποιο ρόλο στους σκοτεινούς δρόμους της ματαιοδοξίας. Προς το παρόν ανεξήγητο.

 

Κοιτάω μες το καφενείο και βλέπω όλοι την παλιοπαρέα να είναι εκεί. Απαξάπαντες, δεν απουσίαζε κανείς. Είναι βλέπεις που ήτανε το δεκαπενταύγουστο,- που αυτό σημαίνει γενικό προσκλητήριο-, και δεν επιτρέπονται απουσίες, -δήθεν-, ότι εγώ δεν μπορώ να έρθω γιατί θα πάω τα παιδιά για μπάνιο. Το ότι δεν θέλει η γυναίκα μου, δεν τολμά κανείς να το πει γιατί ξέρει ότι θα επακολουθήσει μουρμούρα.- Τι το θέλεις βρε έρμε το καλάμι, αφού ούτε μια γάτα δεν μπορείς να σκίσεις- Δεν χρειάζεται και πολύ σκέψη για να διαπιστώσει κανείς, ότι για να είναι τόσα καλάμια απ΄ έξω μαζεμένα  σίγουρα μέσα στο καφενείο θα είναι τα αφεντικά τους. Μπαίνω μέσα και  παρατηρώ πως όλα λειτουργούν άψογα. (εμένα μου λες;). Άντε γεια μας λέει κάποιος,- βάλε μας μια γύρα τα τσίπουρα λέει ένας άλλος,- και εγώ με δυνατή φωνή για να με ακούσουν όλοι,(Εγωισμός του κερατά), λέω κέρασέ τους όλους από εμένα. Στο βάθος μαζεμένοι οι ποιο πολλοί γύρο από ένα τραπέζι να παρακολουθούν Δηλωτή, περιμένοντας με αγωνία να δουν πότε θα πέσει η ξερή, για να γίνει ο τελικός χαμός. Δεν πέρασαν δέκα λεπτά και ακούγεται ένα δυνατό μπάμ!!!!, σήμα ότι έπεσε η πρώτη ξερή. Ε, αυτό ήταν σηκώθηκε το καφενείο στον αέρα.

Τώρα λοιπόν έπεται ο δεύτερος γύρος.

 

Φωνές κακό, γκρίνιες, εσύ είσαι ο ατζαμής,- εγώ ρε,- εσύ δεν πρόσεξες, και σε πήρε ο ύπνος,- καλά δεν έχετε σπίτια να πάτε να κοιμηθείτε; πετάγεται ο καθηγητής της παρέας, και όλα αυτά χωρίς ίχνος κακίας  και δόλο.(αυτό ομολογώ πως είναι προτέρημα όλων μας )

 Και ξαφνικά μια καληνύχτα και ένα άντε γεια, και γρήγορα για το σπίτι, γιατί όποιος χασομερήσει, ξέρει ότι θα πέσει παντόφλα. Μετά από όλα αυτά, άλλος για Χίο τράβηξε και άλλος για Μυτιλήνη. Μερικοί που αντέχουν το ξενύχτι, καβαλάνε τα καλάμια τους και πάνε μια βόλτα και από τα άλλα καφενεία για ένα ποτό και αν βρούμε στο δρόμο κανένα τσιροπούλι, (με ξανθά η μελαχρινά φτερά δεν έχει σημασία), λέμε και καμιά σαχλαμάρα μαζί του.- έτσι για να περνάει η ώρα βρε αδερφέ.

Έχω μια απορία μου λέει κάποια στιγμή ο γιατρός.

 - Μα που συμβαίνουν όλα αυτά;

 Άντε τώρα να του εξηγήσεις.

- Μα φυσικά παντού; και εδώ και εκεί, και πιο κάτω και παρακάτω, και από πέρα και από δώθε, και πιο πάνω και παραπάνω, και αν πάμε και πιο κάτω, και από εκεί πιο παρακάτω, εκεί δεις τι γίνεται. Περνάει ο άλλος καβάλα στο καλάμι του προς τα πάνω και δε βλέπεις τίποτα, μόνο κουρνιαχτό αφήνει πίσω του. Ας τα σου λέω, παρά έχει γίνει το κακό. Αφού μέχρι να κατακάτσει ο κουρνιαχτός, κατεβαίνει άλλος από πάνω φουριόζος, και αν δεν προλάβει να πατήσει φρένο, πάει διάφτκε κατά το μύλο, και μετά άντε να τον βγάλεις από εκεί.

- Γιατρέ, να συνεχίσω.

Ρε παιδί μου πολύ μπερδεμένα μου τα λες .μια είσαι μέσα, μια είσαι απ’ έξω, και τέλος πάντων, μη με λες γιατρέ!

- Καλά, ό, τι πεις.

 Το βράδυ όλη νύχτα σκεφτόμουνα πού έχω βάλει το καλάμι μου, με τίποτα όμως να θυμηθώ. Το χρειαζόμουνα επειγόντως για να αισθάνομαι και εγώ πως είμαι κάποιος,- που να τα ξέρει όλα- από δηλωτή , μέχρι ψυχανάλυση,- από ειδικός στον έρωτα μέχρι τον Πλάτωνα  και τον Καβάφη- από οικονομία μέχρι αστρολογία-και με το να έχω άποψη επί παντός  επιστητού. Δηλαδή ένας ξερόλας.        

Δεν άντεξα άλλο ο χριστιανός, και το άλλο πρωί κατεβαίνω στο μύλο και χώνομαι μες τις καλαμιές για να βρω το πιο μεγάλο και το πιο γερό καλάμι. Γκρεμοτσακίστηκα αλλά τελικά τα κατάφερα.

Βρίσκω κατά τη γνώμη μου το καλύτερο, το κόβω και με πολύ προσοχή, για να μην σπάσει, (γιατί αυτά είναι λεπτά θέματα  και θέλουν  μεγάλη προσοχή, δεν μπορεί δηλαδή να καβαλάς ένα καλάμι που να είναι σπασμένο, δεν το επιτρέπει το image, καθότι έχουμε δει και μια όπερα στα εξωτερικά, και έχουμε και άποψη για το πώς περνάει ο ευρωπαίος). Το παίρνω λοιπόν στο σπίτι το καθαρίζω, το γυαλίζω, του βάζω μια φουντωτή κορδέλα, μια δυνατή κόρνα μπροστά, και είμαι έτοιμος για το δρόμο. Περνάει κάποια στιγμή ο φίλος μου ο γείτονας και με ρωτάει γεμάτος απορία.

- Τι κάνεις εκεί, ρε μεγάλε;

- Μα δε βλέπεις, προσπαθώ να φτιάξω το καλύτερο καλάμι για να εντυπωσιάσω τους πάντες. Όπως βλέπεις όλοι έχουν καβαλήσει το καλάμι τους, να μην έχω και εγώ το δικό μου;

 - Και αυτό που είναι δίπλα σου, τι είναι;

Αμάν, είχα ξεχάσει ότι το είχα καβαλήσει προ πολλού και πως ήταν εκεί χρόνια τώρα εγκαταλελειμμένο. Σύντομα λοιπόν διαπιστώνω ότι όλοι είμαστε κομπλέ, μικροί και μεγάλοι. Μόνο που έχει προκύψει μέγα ζήτημα. Για το ποιος θα είναι ο πρώτος. Μαζευόμαστε όλοι ντάλα μεσημέρι, κάτω στον πλάτανο με τα καλάμια υπό μάλης,  κάνοντας μια προσπάθεια μπας και συνεννοηθούμε για το ποιος θα είναι ο αρχηγός , ο πρώτος, ο πρόεδρος των καλαμιών.

Εγώ το δικό μου δεν το έφερα, γιατί το προηγούμενο βράδυ κάποιος  το ζήλεψε, και μου το έκλεψε. Ψάχνοντας να βρούμε τον δράστη δεν καταλήξαμε πουθενά, αλλά ήμασταν  όλοι  σίγουροι ότι αυτός που έκανε τη λαδιά, ήταν από εκεί γύρο, και υποψίες όλο και μεγάλωνα για το ποιος ήταν ο υπαίτιος της κλοπής, διότι το καλάμι το δικό μου ήταν περιζήτητο καθότι διέθετε ιδιαίτερα προσόντα,(λόγω εμπειρίας φυσικά). 

Τέλος πάντων, με εν τάχει διαδικασίες αφήσαμε το θέμα αυτό στην άκρη,  για να πάμε γρήγορα στο φλέγον ζήτημα.

Ποιος θα είναι ο πρόεδρος των καλαμιών.

Κανένας δεν ήθελε να βάλει υποψηφιότητα, γιατί όλοι θέλανε να είναι δεύτεροι, και έτσι απλά συμφωνήσαμε όλοι μαζί, ότι δεν υπάρχει κανένας μπροστά από εμάς, και μείναμε λοιπόν γιατρέ όλοι ευχαριστημένοι.

- Στο έχω ξαναπεί, μη με λες γιατρέ.

- Μπορώ να συνεχίσω.

- Όχι, φτάνει, με έχεις φέρει μέχρι εδώ.

Έλα τώρα παιδί μου  να καβαλήσουμε το καλάμι σου γιατί το δικό μου το έχω ξεχάσει στο σπίτι, και να φύγουμε για κάπου αλλού.

 - Καλά γιατρέ, έχεις και εσύ καλάμι;

 - Και ποιος δεν έχει παιδί μου, όλοι έχουμε καβαλήσει από ένα καλάμι και τρέχουμε σαν τρελοί, για το ποιος θα φτάσει πρώτος.

Βλέπεις που έρχεσαι στα λόγια μου;

-Μα ποιος είσαι τέλος πάντων, άρχισα να φωνάζω δυνατά.

Δεν μου απάντησε, και σιγά-σιγά άρχισε να χάνεται μέσα στα γκρίζα σύννεφα του καλοκαιριού……….

- Μα ποιος είσαιαιαιαιαι!!!! άρχισα να ουρλιάζω ,γιατί δεν μου απαντάς.

 

Η ματαιοδοξία είμαιαιαιαι..!!!!, και καθώς χανότανε μακριά, άφηνε ξοπίσω της, μαρμάρινες πλάκες με χαραγμένα γράμματα.

Πετάγομαι όρθιος και είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα. Αυτό ήταν λέω, πάει πέρασε. Ανάβω ένα τσιγάρο και βγαίνω έξω για να απολαύσω το Αυγουστιάτικο φεγγάρι. Και καθώς χαζεύω τον ουρανό βλέπω ένα αστέρι να παίζει κρυφτούλι με τα σύννεφα, και να μου κλείνει πονηρά το μάτι.

Κατεβαίνει σιγά-σιγά προς τα κάτω και έρχεται να μου ψιθυρίσει στο αυτί.<< Μην ανησυχείς, έτσι ήταν-έτσι είναι- και έτσι θα γίνεται πάντα. Δεν χρειάζονται  χαρακτηρισμοί και ονόματα για να μπορέσει να καταλάβει κανείς, τι ρόλο παίζει σ’ αυτή τη ρημάδα τη ζωή.

Δυστυχώς ο καθένας έχει φορτωθεί την δικιά ταμπέλα, και με αυτήν πορεύεται, πιστεύοντας πως έχει βρει το νόημα της ζωής.>>

                                Αστέρι μου χλωμό, πόσο δίκιο έχεις.

  • Το τρίτο μάτι: Το τρίτο μάτι, τεύχος 161, Μαρ.2008

Ο νερόμυλος του Κρυονερίου

Ο νερόμυλος του Κρυονερίου

Ο Νερόμυλος δημιουργήθηκε το 2000 απο τον...

"Το ζεύκι"

Παρουσίαση ταβέρνας "Το ζεύκι" στον Βαθύκαμπο Άρτας    

Άραχθος Χαγιάτι

Άραχθος Χαγιάτι

Το Ξενοδοχείο ''Άραχθος Χαγιάτι'' βρίσκεται στην Φτέρη...

Οινοποιείο Κώστα Βασιλείου

Οινοποιείο Κώστα Βασιλείου

Επισκεφθήκαμε το οινοποιείο του Κώστα Βασιλείου στον...

Καφενείο πλατείας Ναζαίων Κώστα Καλιακάτ…

Καφενείο πλατείας Ναζαίων Κώστα Καλιακάτσου

Τις Απόκριες επισκεφτήκαμε και εμείς το καφενείο...

kalesma