Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015 16:10

Μικρές στιγμές - τεύχος 188, Ιαν.2015

 

του Κώστα Σαλαγιάννη

 

Παραμονή Πρωτοχρονιάς, το απόγευμα. Το τηλέφωνο χτυπούσε για τις καθιερωμένες ευχές  του νέου έτους. Με τη φίλη μου την Ιωάννα, η οποία  έμεινε στην Αθήνα, είπαμε κάποιες κουβέντες παραπάνω:

-        Πώς τα περνάς στο χωριό σου; με ρώτησε.

-        Το χωριό δε με απογοητεύει ποτέ, γιατί ξέρω τι περιμένω να βρω. Βέβαια,  ελπίζαμε αυτές τις μέρες να χιονίσει λίγο, αλλά απ’ ότι φαίνεται η κακοκαιρία θα περάσει ανατολικά. Χιόνια θα έχετε εσείς στην Αθήνα. Εδώ  έχει ήλιο με κρύο και πολύ αέρα. Πάνω, ψηλά  στα Τζουμέρκα έχει χιονίσει λίγο, αλλά είναι ελάχιστο το χιόνι για την εποχή αυτή.

-        Κάνετε καμιά βόλτα;  επέμενε να μάθει λεπτομέρειες.

-        Βόλτες ελάχιστες, έτσι λίγο για να περπατήσουμε. Είναι τέτοιος ο καιρός που δεν προσφέρεται για πολλά.  Άλλωστε η μέρα περνάει, χωρίς καν  να την καταλάβεις. Μέχρι να πιεις τον πρωινό  καφέ σου και να μπορέσεις να ξεμυτίσεις από την παγωνιά πάει έντεκα- εντεκάμιση η ώρα. Μετά μπορεί να πάμε κάπου, καμιά φορά και με τα πόδια, για να πιούμε  το δεύτερο καφέ. Εγώ συνήθως μετά απ’ αυτό τον καφέ θα πιω και δυο-τρία τσιπουράκια. Φτάνει μεσημέρι κι ώσπου να φάμε, ν’ αράξουμε και καμιά  ωρίτσα,  σουρουπώνει. Βέβαια οι νύχτες, τώρα το χειμώνα,  είναι ατελείωτες. Καφενείο, καμιά βόλτα στο ξενοδοχείο και μετά ταβέρνα.  Εσύ τι κάνεις  στην Αθήνα; Βγήκες, πήγες πουθενά;

-        Άμα σου πω τι κάνω θα γελάσεις. Κάθομαι στον καναπέ μου όλη μέρα. Φέτος, τα καταφέραμε και βάλαμε επιτέλους αυτές τις μέρες πετρέλαιο. Έχει ζέστη το σπίτι μου και το απολαμβάνω. Δε θέλω να πάω πουθενά. Ούτε ξενυχτάδικα θέλω να πάω ούτε βόλτες. Η ζεστασιά, μου φαίνεται, ως η καλύτερη απόλαυση…

-        Δυο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν, Γιάννα μου, της είπα γελώντας. Ή εμείς γερνάμε και σιγά σιγά αράζουμε ή υποτιμούσαμε τα προηγούμενα χρόνια τη ζεστασιά και τη θεωρούσαμε  αυτονόητη. Πάντως, έχει ενδιαφέρον ν’ ανακαλύπτεις  ξανά την ευχαρίστηση μέσα από τα απλά πράγματα που τα είχαμε ως δεδομένα, αλλά δε μας αρκούσαν για να ευχαριστηθούμε.  

 

  Το ίδιο βράδυ πήγαμε να φάμε στο ΖΕΥΚΙ. Κάτσαμε απέξω, σ’ αυτό το ωραίο   σκεπαστό που έχει στην είσοδο. Μια μεγάλη ξυλόσομπα μαζί με μια άλλη ηλεκτρική δημιουργούσαν ένα άνετο, πολύ ζεστό περιβάλλον. Έξω ο παγωμένος  αέρας λυσσομανούσε και, σε κάποιες στιγμές, σου έδινε την αίσθηση ότι θα ξεριζώσει και θα παρασύρει μαζί του καθετί που έβρισκε στο διάβα του.  Ασφαλισμένος μέσα στη ζέστη και βλέποντας ταυτόχρονα  από τα πλαστικά, διάφανα τζάμια αυτό που γινόταν  έξω, ένιωθα ως ευλογία  την προστασία που μας παρείχε το σκέπαστρο.

   Ήρθε το γκαρσόνι να παραγγείλουμε. Εκτός από τα κλασσικά που  έχουν συνήθως οι ταβέρνες, ο Πάνος πρόσθεσε: «Αγριογούρουνο, ζαρκάδι, πέρδικες…». (Το προηγούμενο βράδυ στο Στέφανο, σε μια ανάλογη στιγμή, είχα ακούσει «φασιανό»).  Από τις πολλές και διαφορετικές γεύσεις προτίμησα κάτι κλασικό, μια «χοιρινή καλοψημένη».

  Η ποικιλία των προσφερόμενων γεύσεων, έδωσε την αφορμή να ξεκινήσει μια συζήτηση περί  χριστουγεννιάτικων εδεσμάτων και γεύσεων. Υποστήριζα ότι, μακράν όλων, η καλύτερη γεύση που έχω δοκιμάσει είναι ο ψημένος «καλογιάννος» στα κάρβουνα. Αυτό το μικρό πουλάκι, ο «κοκκινολαίμης». Μετά ακολουθούν οι «τσιγαρίδες», αυτές που τρώγαμε παλιά  και τέλος ο «πασμάς». Όλες παρμένες από την παιδική μου ηλικία.

    Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 60. Πιτσιρίκια εγώ κι η  αδερφή μου περιμέναμε με αγωνία τα Χριστούγεννα. Η μάνα μου μας νήστευε. Τουλάχιστον μια βδομάδα στα μέσα Νοέμβρη, στην αρχή της νηστείας, και δυο βδομάδες πριν τα Χριστούγεννα. Αυτές τις δυο τελευταίες εβδομάδες, περιμέναμε πώς και πώς τα Χριστούγεννα, για να ψήσουμε τα «καλουέννια» που πιάναμε στις «τσιόπνες» ( παγίδες), με τις οποίες γεμίζαμε τα χωράφια. Ο καλογιάννος ήταν το πουλί που πιάναμε συχνότερα από τ’ άλλα. Μαδάγαμε  όσα πουλιά πιάναμε, συνήθως 3-4 την ημέρα,  (στις πιο κρύες μέρες ακόμα περισσότερα),  τα ξεκοιλιάζαμε, τ’ αλατίζαμε και τα φυλάγαμε για τα Χριστούγεννα. Για ψυγεία βέβαια ούτε λόγος, απλά το αλάτι τα συντηρούσε. Άλλωστε ποιες κουζίνες  είχαμε τότε; Ένα πλήθινο παράπηγμα ήταν όλο κι όλο με τσίγκο αποπάνω, δίπλα σε δυο δωμάτια σπίτι κι έμπαζε από  παντού αέρα και κρύο.  

   Ανήμερα των Χριστουγέννων, ξυπνάγαμε πρωί. Τσουγκρίζαμε ότι είχε απομείνει από τα κούτσουρα στο τζάκι, το οποίο έκαιγε όλη νύχτα φυλάγοντάς μας από τους καλικάντζαρους,  (για να μην μπουν μέσα από την καμινάδα), ρίχναμε ξύλα στη φωτιά για να γίνουν κάρβουνα και φεύγαμε για το σπίτι της θείας μου. Στο δρόμο κόβαμε  από ένα ματσάκι χλωρά κλαδιά  από πουρνάρι και ρείκι κι, όταν φτάναμε, τα ρίχναμε στο τζάκι τους λέγοντας  ευχές: «Αρνιά, κατσίκια, νύφες, γαμπρούς». Όσο καίγονταν και σπινθήριζαν  τα χλωρά κλαδιά, η θεία μου έκοβε και μας φιλοδωρούσε από ένα κομμάτι «πασμά», (αποξηραμένα σύκα του καλοκαιριού).  Τι υπέροχη γεύση!

   Γυρνάγαμε γρήγορα στο σπίτι, γιατί είχαμε να ψήσουμε τα «καλουέννια». Τα βάζαμε πάνω στα κάρβουνα ή στη «μάσια»,  την οποία είχαμε για να  τσουγκρίζουμε τα  ξύλα και να μαζεύουμε τη στάχτη. Αυτός ο μεζές, μου φαινόταν πως είναι ό,τι πιο νόστιμο υπάρχει πάνω στη γη. Το μεσημέρι τρώγαμε «τσιγαρίδες», που τηγάνιζε η μάνα μου από το γουρούνι.   Κι αυτές πολύ νόστιμες, πιο νόστιμες από κάθε άλλη τηγανιά που έφαγα αργότερα ως ενήλικας.  Αλλά σαν τον ψητό καλογιάννο, δεν υπήρχε  άλλος μεζές.

  Ακόμα και σήμερα το ισχυρίζομαι αυτό, παρότι έχω πολλά χρόνια να δοκιμάσω τη γεύση του. Άλλωστε δε μ’ αφήνει πλέον κι η συνείδησή μου  να φάω ένα τέτοιο μικρό πουλί. Μου αρκεί η ανάμνηση της γεύσης του από την παιδική μου ηλικία. 

 

   Τα φαγητά είχαν έρθει στο τραπέζι κι όλοι πέσαμε πάνω τους με όρεξη. «Άντε γεια μας, καλή χρονιά» υψώθηκαν τα ποτήρια. Ωραία είναι και τούτη η εποχή που ζούμε!

   Σίγουρα η φτώχεια κι η  ανέχεια εκείνων των χρόνων, έκανε τα απλά, στοιχειώδη, καθημερινά πράγματα που μας έλειπαν, να φαίνονται ομορφότερα απ’ την πραγματική τους αξία. Σίγουρο είναι επίσης, ότι η ακίδα της παιδικής μας μνήμης καταγράφει πιο έντονα τις εντυπώσεις, αφού χαράζει σ’ ένα παρθένο περιβάλλον.

   Παιδιά, είναι βέβαιο,  δεν μπορούμε να ξαναγίνουμε. Δε γίνεται όμως και να ευχηθούμε να γίνουμε ακόμα φτωχότεροι, για να  εκτιμήσουμε από την αρχή την αξία των απλών πραγμάτων που τα είχαμε δεδομένα ως τώρα. Εκείνο που θα ευχόμουν για τον εαυτό μου, είναι, να αποκτήσω κάποτε τη σοφία, (την οποία δεν κατάφερα ως τώρα ν’ αποκτήσω), η οποία  περιγράφεται σ’ ένα λιτό στίχο του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ:

«Λιγότερο ίσον περισσότερο».

(ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΟΥΝΙΝΓΚ = Άγγλος, Βικτωριανός ποιητής, 1812-1889)

 

 

Ο νερόμυλος του Κρυονερίου

Ο νερόμυλος του Κρυονερίου

Ο Νερόμυλος δημιουργήθηκε το 2000 απο τον...

"Το ζεύκι"

Παρουσίαση ταβέρνας "Το ζεύκι" στον Βαθύκαμπο Άρτας    

Άραχθος Χαγιάτι

Άραχθος Χαγιάτι

Το Ξενοδοχείο ''Άραχθος Χαγιάτι'' βρίσκεται στην Φτέρη...

Οινοποιείο Κώστα Βασιλείου

Οινοποιείο Κώστα Βασιλείου

Επισκεφθήκαμε το οινοποιείο του Κώστα Βασιλείου στον...

Καφενείο πλατείας Ναζαίων Κώστα Καλιακάτ…

Καφενείο πλατείας Ναζαίων Κώστα Καλιακάτσου

Τις Απόκριες επισκεφτήκαμε και εμείς το καφενείο...

kalesma